συναναφέρω

συναναφέρω
V 2-1-0-0-0=3 Gn 50,25; Ex 13,19; 2 Sm 6,18
to carry up with [τι μετά τινος] Gn 50,25; to offer up [τι] 2 Sm 6,18

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Look at other dictionaries:

  • συναναφέρω — ΜΑ 1. μεταφέρω κάτι μαζί μου 2. ανεβάζω κάτι μαζί με κάτι άλλο 3. (μέσ. παθ.) συναναφέρομαι α) ανυψώνομαι, φθάνω στο ύψος, στο επίπεδο κάποιου άλλου β) προσφέρομαι μαζί με κάτι άλλο αρχ. 1. παρέχω κάτι συγχρόνως 2. εκθέτω, αναγγέλλω κάτι 3. μέσ.… …   Dictionary of Greek

  • συναναφέρω — σύν ἀναφέρω bring pres subj act 1st sg σύν ἀναφέρω bring pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναναφορά — ἡ, ΜΑ [συναναφέρω] 1. ταυτόχρονη αναφορά, το να αναφέρει κανείς κάτι μαζί με κάτι άλλο 2. (για αστέρα) συνανατολή* …   Dictionary of Greek

  • φέρω — ΝΜΑ, και φέρνω Ν, και δωρ. τ. φάρω Α 1. κρατώ ή σηκώνω κάτι πάνω μου, βαστάζω (α. «φέρει έναν βαρύ σάκο στους ώμους του» β. «φέρων άξονας» γ. «χερσὶν εὐθὺς διψίαν φέρει κόνιν», Σοφ. δ. «μέγα ἔργον, ὅ οὐ δύο γ ἄνδρε φέροιεν», Ομ. Ιλ.) 2. έχω (α.… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”